Η πρόσβαση στην υγεία αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και θα πρέπει να διασφαλίζεται για κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως καταγωγής, φύλου, θρησκευτικών αντιλήψεων και οικονομικής κατάστασης. Οι φοιτητές/τριες Ιατρικής, ως μελλοντικοί επαγγελματίες υγείας, καλούνται να κατανοήσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μετακινούμενοι πληθυσμοί στην πρόσβασή τους στις υπηρεσίες υγείας. Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναγνωρίζουν τα δικαιώματά τους και τους παράγοντες που τους καθιστούν ευάλωτους. Ως εκ τούτου, έχουν την ευθύνη να υπερασπιστούν την ισότιμη πρόσβαση των προσφύγων και των μετακινούμενων πληθυσμών στην υγεία, προωθώντας ταυτόχρονα τον σεβασμό της πολιτισμικής τους ταυτότητας κατά τη θεραπευτική προσέγγιση.
Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων αναγνωρίζει το δικαίωμα των προσφύγων στην προστασία και την πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως η εκπαίδευση, η εργασία και η υγεία. Παράλληλα, το Καταστατικό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) του 1948 ορίζει την υγεία ως καθολικό δικαίωμα για κάθε άνθρωπο. Παρόλα αυτά, στην πράξη, οι μετακινούμενοι πληθυσμοί έρχονται αντιμέτωποι με εμπόδια που τους αποκλείουν από το σύστημα υγείας.
Στην Ελλάδα, οι πρόσφυγες, οι αιτούντες άσυλο και οι μετανάστες έρχονται αντιμέτωποι με πολλά εμπόδια στην πρόσβαση στην Υγεία, ενώ δεν τους παρέχονται ούτε οικονομικές ενισχύσεις για διασφάλιση της υγείας. Κύρια εμπόδια αποτελούν οι νομικές και γραφειοκρατικές δυσκολίες στη διαδικασία απόκτησης των απαραίτητων εγγράφων για υπέρμετρα χρονικά διαστήματα, η αδυναμία των χωρών υποδοχής να προσφέρουν τα απαραίτητα λόγω έλλειψης πόρων και υποδομών και η μη επαρκής ενημέρωση για τα δικαιώματα τους όσον αφορά την πρόσβαση στην Υγεία. Παράλληλα, παρατηρούνται γλωσσικά εμπόδια των ατόμων αυτών στην επικοινωνία με το ιατρικό και υγειονομικό προσωπικό, ενώ συχνά τους συνοδεύουν στερεότυπα και προκαταλήψεις λόγω της διαφορετικής εθνικότητας, κουλτούρας και θρησκείας τους.
Παράλληλα, οι φοιτητές/τριες Ιατρικής δεν λαμβάνουν επαρκή εκπαίδευση στην παροχή φροντίδας σε μετακινούμενους πληθυσμούς. Έρευνα της HelMSIC έδειξε ότι το 93% των φοιτητών βαθμολόγησε χαμηλά την προπτυχιακή τους εκπαίδευση σε θέματα υγειονομικής φροντίδας ευάλωτων ομάδων.
Είναι επιτακτική η ανάγκη για συνεχή ενημέρωση και ευαισθητοποίηση σχετικά με την υγειονομική κάλυψη των μετακινούμενων πληθυσμών. Οι μελλοντικοί επαγγελματίες Υγείας οφείλουν να προσεγγίζουν τους ασθενείς με σεβασμό στη διαφορετικότητα, κατανόηση των συνθηκών διαβίωσής τους και εξειδικευμένη γνώση στις ιδιαίτερες υγειονομικές τους ανάγκες.
Η HelMSIC αναγνωρίζοντας τη σημασία του ζητήματος, έθεσε την Καθολική Υγειονομική Κάλυψη ως Εθνική Προτεραιότητα για το διάστημα 2024-2026 και διοργανώνει το πρόγραμμα Refugees’ Health Initiative. Το πρόγραμμα αυτό στοχεύει στην εκπαίδευση των φοιτητών Ιατρικής για την πρόσβαση στην υγεία των μετακινούμενων πληθυσμών και περιλαμβάνει Διαδικτυακή ημερίδα (webinar) με τη συμμετοχή φορέων της Κοινωνίας των Πολιτών και μια πανελλήνια καμπάνια στα social media της HelMSIC.
Το πρόγραμμα Refugees’ Health Initiative στοχεύει στην ενημέρωση των φοιτητών/τριών για την κατάσταση της υγείας των μετακινούμενων πληθυσμών, την εξοικείωση με το πλαίσιο ανθρωπιστικής βοήθειας και την ενίσχυση της συνηγορίας για τα δικαιώματα των προσφύγων και μεταναστών στον τομέα της υγείας. Η συμμετοχή των φοιτητών/τριών Ιατρικής στο πρόγραμμα θα τους προσφέρει γνώσεις και δεξιότητες απαραίτητες για την αντιμετώπιση των υγειονομικών αναγκών των μετακινούμενων πληθυσμών και θα τους βοηθήσει να αναπτύξουν ενεργό ρόλο στην εξάλειψη του στίγματος και των διακρίσεων.
Η πρόσβαση στην υγεία είναι δικαίωμα, όχι προνόμιο. Οι φοιτητές/τριες Ιατρικής και οι μελλοντικοί επαγγελματίες υγείας έχουν καθήκον να διεκδικήσουν την ισότιμη φροντίδα για όλους, ανεξαρτήτως καταγωγής ή νομικού καθεστώτος. Με προγράμματα όπως το Refugees’ Health Initiative, γίνεται ένα σημαντικό βήμα προς τη διασφάλιση ενός δίκαιου και χωρίς αποκλεισμούς συστήματος υγείας για όλους.











